«Μια πρόταση δυσπιστίας θα είναι δώρο στην κυβέρνηση και ο Μητσοτάκης θα είναι χορηγός μας». Η απαξίωση με ισχυρή δόση ειρωνείας την οποία επικοινωνιακά επιλέγει το Μαξίμου δεν αποτυπώνει τη σχετική συζήτηση και το πραγματικό κλίμα στο εσωτερικό της κυβέρνησης.
Το Μαξίμου δεν επιθυμεί κατάθεση πρότασης δυσπιστίας από την πλευρά της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Ούτε πριν, ούτε μετά την ψηφοφορία για την κύρωση της Συμφωνίας των Πρεσπών. Όχι επειδή ανησυχεί ότι μπορεί να υπερψηφιστεί. Κάθε άλλο. Στην ηγεσία της κυβέρνησης εμφανίζονται πεπεισμένοι ότι ενδεχόμενη πρόταση δυσπιστίας από τη Ν.Δ. θα απορριφθεί, θεωρώντας συμπαγή την πλειοψηφία που στήριξε πρόσφατα την κυβέρνηση στη διαδικασία ψήφου εμπιστοσύνης. Εκτιμούν δε ότι η πλειοψηφία μπορεί να διευρυνθεί μετά και τη διαγραφή Θεοχαρόπουλου.
Η ανησυχία έγκειται στο ότι αν η Ν.Δ. καταθέσει πρόταση μομφής, όπως έχει συνηθίσει να λέγεται, κατά της κυβέρνησης, αφενός ο δημόσιος διάλογος για τη Συμφωνία των Πρεσπών θα επιμηκυνθεί, αφετέρου η συντονισμένη προσπάθεια της κυβέρνησης και του ΣΥΡΙΖΑ να ελαχιστοποιηθούν οι συνέπειες από την επικείμενη κύρωση τη Συμφωνίας των Πρεσπών και να ξεκινήσει μία αντεπίθεση, παίρνει παράταση.
Έτερος λόγος για τον οποίο η κυβέρνηση δεν βλέπει με καλό μάτι μία συζήτηση επί ενδεχόμενης πρότασης μομφής από την πλευρά της αξιωματικής αντιπολίτευσης, είναι ότι με αυτόν τον τρόπο ακυρώνεται η επίθεση που είχε σχεδιαστεί από το Μαξίμου κατά του κ. Μητσοτάκη περί υποκριτικής στάσης στο Σκοπιανό, με το επιχείρημα ότι ανεξάρτητα από το τι έλεγε δημοσίως χρησιμοποίησε όλα τα όπλα που είχε για να μπλοκάρει τη Συμφωνία των Πρεσπών, όπως η πρόταση μομφής.




















