Σε μια περίοδο κατά την οποία ο δημόσιος διάλογος χαρακτηρίζεται από υψηλούς τόνους και έντονες πολιτικές αντιπαραθέσεις, η κυβέρνηση επιλέγει να αποδίδει την όξυνση στην «τοξικότητα» των αντιπάλων της. Ωστόσο, η ίδια ρητορική φαίνεται να επιστρέφει ως μπούμερανγκ, καθώς ολοένα και συχνότερα διατυπώνεται η κατηγορία ότι τελικά αντιμετωπίζεται ως «τοξική» η ίδια η κυρίαρχη λαϊκή βούληση.
Η έννοια της τοξικότητας έχει αναδειχθεί σε κεντρικό στοιχείο της πολιτικής επιχειρηματολογίας. Κυβερνητικά στελέχη επισημαίνουν ότι η σκληρή κριτική, οι διαδηλώσεις και η ένταση στη Βουλή υπονομεύουν τη σταθερότητα και την εμπιστοσύνη στους θεσμούς. Από την άλλη πλευρά, η αντιπολίτευση ανταπαντά ότι η επίκληση της «τοξικότητας» λειτουργεί ως εργαλείο απαξίωσης κάθε διαφωνίας και ως μέσο αποφυγής ουσιαστικής πολιτικής λογοδοσίας.
Η πολιτική χρήση της «τοξικότητας»
Στην πράξη, ο όρος χρησιμοποιείται για να περιγράψει ένα ευρύ φάσμα συμπεριφορών: από προσωπικές επιθέσεις μέχρι έντονες κοινωνικές αντιδράσεις. Το πρόβλημα, όμως, ανακύπτει όταν η πολιτική διαφωνία ταυτίζεται συλλήβδην με την αποσταθεροποίηση. Τότε, η γραμμή ανάμεσα στην προστασία του δημοσίου διαλόγου και στον περιορισμό της πολιτικής έκφρασης γίνεται δυσδιάκριτη.
Επικριτές της κυβέρνησης υποστηρίζουν ότι η συστηματική επίκληση της «τοξικότητας» οδηγεί σε μια επικίνδυνη γενίκευση: κάθε μορφή έντονης κριτικής παρουσιάζεται ως απειλή. Με αυτόν τον τρόπο, η ίδια η έκφραση της λαϊκής δυσαρέσκειας —μέσω κινητοποιήσεων, δημοσκοπικών ευρημάτων ή εκλογικών αποτελεσμάτων— κινδυνεύει να στιγματιστεί ως πρόβλημα και όχι ως αναγκαίο στοιχείο της δημοκρατικής διαδικασίας.
Η λαϊκή βούληση στο επίκεντρο
Η κυρίαρχη λαϊκή βούληση αποτελεί θεμέλιο του πολιτεύματος. Όταν, όμως, πολιτικές επιλογές αμφισβητούνται έντονα, η αντίδραση της εκάστοτε εξουσίας αποκαλύπτει πολλά για την ποιότητα της δημοκρατίας. Αν η διαφωνία ερμηνεύεται ως εχθρότητα και η κριτική ως υπονόμευση, τότε ο δημόσιος διάλογος συρρικνώνεται.
Στο σημερινό περιβάλλον, όπου τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης εντείνουν τις αντιπαραθέσεις και επιταχύνουν τη διάχυση της πληροφορίας, η πολιτική διαχείριση της έντασης καθίσταται ακόμη πιο απαιτητική. Η ευθύνη βαραίνει πρωτίστως την κυβέρνηση, η οποία οφείλει να διασφαλίζει ότι η θεσμική της ισχύς δεν μετατρέπεται σε μηχανισμό απονομιμοποίησης των αντιδράσεων.
Οι συνέπειες για τον δημόσιο διάλογο
Η διαρκής αναφορά στην «τοξικότητα» ενδέχεται να παράγει το αντίθετο αποτέλεσμα από το επιδιωκόμενο. Αντί να εκτονώνει την ένταση, μπορεί να ενισχύει το αίσθημα αποκλεισμού σε τμήματα της κοινωνίας που θεωρούν ότι η φωνή τους δεν ακούγεται. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, η πολιτική πόλωση βαθαίνει και η εμπιστοσύνη προς τους θεσμούς δοκιμάζεται.
Η δημοκρατία, ωστόσο, δεν προϋποθέτει ομοφωνία. Αντιθέτως, στηρίζεται στη σύγκρουση επιχειρημάτων και στην ανοιχτή αντιπαράθεση. Η πρόκληση για το πολιτικό σύστημα είναι να διαχωρίσει την πράγματι επιζήμια ρητορική από τη θεμιτή και αναγκαία κριτική. Διαφορετικά, ο κίνδυνος είναι η έννοια της «τοξικότητας» να καταστεί ένα εύχρηστο πολιτικό εργαλείο, που τελικά στρέφεται εναντίον της ίδιας της λαϊκής κυριαρχίας.
Σε αυτή τη λεπτή ισορροπία θα κριθεί όχι μόνο η ποιότητα του δημόσιου διαλόγου, αλλά και η ουσία της δημοκρατικής λειτουργίας στη χώρα.



















