Το ορόσημο των 40 τρισ. δολαρίων στο δημόσιο χρέος των ΗΠΑ δεν έχει προκαλέσει –τουλάχιστον προς το παρόν– την αναμενόμενη αναταραχή στις διεθνείς αγορές. Η εικόνα αυτή, που σε άλλες συγκυρίες θα μπορούσε να οδηγήσει σε απότομη αύξηση αποδόσεων και νευρικότητα στα χαρτοφυλάκια, φαίνεται να «απορροφάται» από το ευρύτερο περιβάλλον όπου η ρευστότητα, η αναζήτηση ασφαλών καταφυγίων και η προσδοκία σταθερότητας στη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου εξακολουθούν να λειτουργούν ως αντίβαρα.
Το χρέος ανεβαίνει, αλλά το σοκ δεν ήρθε
Το γεγονός ότι το χρέος των ΗΠΑ βρίσκεται στα 40 τρισ. δολάρια δεν μεταφράζεται αυτόματα σε άμεση κρίση εμπιστοσύνης. Για μεγάλο μέρος της αγοράς, το αμερικανικό δημόσιο παραμένει ο εκδότης του «σημείου αναφοράς» στο παγκόσμιο σύστημα, με τα κρατικά ομόλογα να αντιμετωπίζονται ως πυρήνας σταθερότητας για θεσμικούς επενδυτές. Παράλληλα, η τιμολόγηση του κινδύνου δεν εξαρτάται μόνο από το επίπεδο του χρέους, αλλά και από το κόστος εξυπηρέτησής του, τη δυναμική της ανάπτυξης και την ικανότητα της οικονομίας να αντέχει υψηλότερα επιτόκια χωρίς να εισέρχεται σε βαθιά επιβράδυνση.
Το «κρίσιμο» ερώτημα της Morgan Stanley
Στο επίκεντρο της ανάλυσης της Morgan Stanley βρίσκεται πλέον όχι τόσο το ίδιο το μέγεθος, όσο η χρονική στιγμή που το υψηλότερο κόστος χρήματος θα αρχίσει να αλλάζει τη συμπεριφορά των επενδυτών. Με άλλα λόγια, η τράπεζα εστιάζει στο πότε το περιβάλλον ακριβότερου δανεισμού θα μετατραπεί από στατιστική παράμετρο σε καταλύτη επανατιμολόγησης: πότε θα γίνει δηλαδή αρκετά «αισθητό» ώστε να οδηγήσει σε μετατοπίσεις κεφαλαίων, σε αυστηρότερη στάση απέναντι στον κίνδυνο και σε διαφορετικές επιλογές διάρκειας και τοποθετήσεων.
Η διατύπωση αυτή υπογραμμίζει μια λεπτή ισορροπία. Όσο οι επενδυτές θεωρούν ότι μπορούν να διαχειριστούν την άνοδο των επιτοκίων χωρίς να διακυβεύονται οι θεμελιώδεις προοπτικές, η αγορά μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί με σχετική ψυχραιμία. Αν όμως το «υψηλότερο κόστος χρήματος» αρχίσει να αποτυπώνεται σε πιο σφιχτές χρηματοδοτικές συνθήκες και σε πιο επιλεκτική διάθεση ανάληψης κινδύνου, τότε το επίπεδο του χρέους αποκτά μεγαλύτερη σημασία ως παράγοντας ευαισθησίας.
Γιατί έχει σημασία για τις αγορές και πέρα από τις ΗΠΑ
Οι συνέπειες ενός τέτοιου σημείου καμπής δεν θα περιορίζονταν εντός των αμερικανικών συνόρων. Το αμερικανικό κόστος δανεισμού επηρεάζει παγκοσμίως τις αποτιμήσεις, τη ροή κεφαλαίων και το «κατώφλι» κινδύνου που είναι διατεθειμένοι να αναλάβουν επενδυτές και επιχειρήσεις. Ενδεχόμενη αλλαγή συμπεριφοράς θα μπορούσε να μεταφραστεί σε αναδιαρθρώσεις χαρτοφυλακίων, σε μεγαλύτερη προτίμηση για ρευστότητα και σε αυξημένη προσοχή απέναντι σε τοποθετήσεις που εξαρτώνται έντονα από φθηνή χρηματοδότηση.
Η επόμενη δοκιμασία: το timing
Προς το παρόν, το χρέος των 40 τρισ. δολαρίων δεν «τρομάζει» τις αγορές. Όμως το ερώτημα που θέτει η Morgan Stanley μεταφέρει τη συζήτηση από το «πόσο» στο «πότε»: πότε το υψηλότερο κόστος χρήματος θα αρχίσει να αλλάζει τη συμπεριφορά των επενδυτών. Εκεί, στον χρόνο και στην ταχύτητα προσαρμογής, μπορεί να κριθεί αν το σημερινό επίπεδο ψυχραιμίας είναι ανθεκτικό ή απλώς μια μεταβατική φάση πριν από μια πιο απαιτητική περίοδο για τις αποτιμήσεις και τη διάθεση ρίσκου.



















