Την ώρα που η Ευρώπη επιδοτεί με δημόσιο χρήμα και υλικές υποδομές τα ενεργοβόρα data centers της Big Tech, οι τεχνολογικοί κολοσσοί επανασχεδιάζουν, στην πράξη, το κοινωνικό κράτος. Η αντίφαση γίνεται ολοένα πιο εμφανής: η Γηραιά Ήπειρος καλείται να στηρίξει την ψηφιακή της μετάβαση, όμως μεγάλο μέρος της «βαριάς» υποδομής και της υπεραξίας της τεχνητής νοημοσύνης συγκεντρώνεται αλλού, εκεί όπου χαράσσονται οι κανόνες, τα επιχειρηματικά μοντέλα και οι κοινωνικές συνέπειες των αλγορίθμων.
Το ερώτημα που τίθεται δεν είναι μόνο τεχνολογικό ή ενεργειακό. Είναι πολιτικό και κοινωνικό: ποιος πληρώνει, ποιος ωφελείται και ποιος αποφασίζει για το μέλλον της εργασίας, της πρόνοιας και των δημόσιων υπηρεσιών σε ένα περιβάλλον όπου οι πλατφόρμες, τα data centers και τα συστήματα AI γίνονται κρίσιμες υποδομές, αντίστοιχες με τα δίκτυα ηλεκτρισμού και μεταφορών.
Η Ευρώπη «τρέχει» τις υποδομές — άλλοι γράφουν τους κανόνες
Στο επίκεντρο βρίσκεται το παράδοξο που αναδεικνύεται ολοένα συχνότερα στη δημόσια συζήτηση: ευρωπαϊκές πολιτικές και δημόσιοι πόροι κατευθύνονται σε υλικές υποδομές και διευκολύνσεις, καθώς τα data centers καταναλώνουν τεράστια ποσά ενέργειας και απαιτούν ισχυρή δικτύωση. Όμως, την ίδια στιγμή, οι τεχνολογικοί κολοσσοί της Big Tech είναι εκείνοι που, μέσα από τις εφαρμογές, τα μοντέλα AI και τις πλατφόρμες τους, αποκτούν πρωτοφανή επιρροή στη διανομή ευκαιριών, στην πρόσβαση σε υπηρεσίες και στην οργάνωση της καθημερινότητας.
Η ανισορροπία αυτή, σύμφωνα με το σκεπτικό της είδησης, μεταφράζεται σε ένα νέο είδος εξάρτησης: η Ευρώπη επενδύει στο «σώμα» της ψηφιακής οικονομίας —τα καλώδια, τα κέντρα δεδομένων, την ηλεκτρική ισχύ— ενώ το «μυαλό» της, δηλαδή η ιδιοκτησία των αλγορίθμων και η δυνατότητα καθορισμού κοινωνικών κανόνων, παραμένει σε μεγάλο βαθμό εκτός ευρωπαϊκού ελέγχου.
Το κοινωνικό κράτος στην εποχή των αλγορίθμων
Η τεχνητή νοημοσύνη δεν περιορίζεται στην παραγωγικότητα των επιχειρήσεων. Επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο κατανέμονται πόροι, αξιολογούνται δικαιούχοι, προσφέρονται υπηρεσίες και σχεδιάζονται πολιτικές. Όταν ισχυρά ιδιωτικά οικοσυστήματα τεχνολογίας γίνονται ενδιάμεσοι σε κρίσιμες λειτουργίες —από την πρόσβαση στην πληροφορία έως την οργάνωση της εργασίας— τότε, de facto, συμμετέχουν στη διαμόρφωση του κοινωνικού κράτους.
Σε αυτό το πλαίσιο, η «Καλιφόρνια» λειτουργεί ως συμβολικός πυρήνας, καθώς εκεί συγκεντρώνονται εταιρείες που καθορίζουν τις τεχνολογικές κατευθύνσεις και το μοντέλο αξιοποίησης της AI. Η Ευρώπη, αντίθετα, εμφανίζεται εγκλωβισμένη στη συντήρηση του μεταπολεμικού της μοντέλου, αντιμετωπίζοντας την τεχνολογική αλλαγή περισσότερο ως κόστος που πρέπει να απορροφηθεί, παρά ως πεδίο νέας ιδιοκτησίας και αναδιανομής.
Το δίλημμα: επιδότηση χωρίς μερίδιο ή νέα αλληλεγγύη;
Η ουσία της προειδοποίησης είναι σαφής: η Γηραιά Ήπειρος οφείλει να ξυπνήσει, διεκδικώντας ένα νέο μερίδιο ιδιοκτησίας και αλληλεγγύης στην εποχή των αλγορίθμων. Αυτό σημαίνει ότι οι δημόσιες επενδύσεις σε υποδομές δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως ουδέτερη ενίσχυση της ανάπτυξης, αλλά ως διαπραγματευτικό εργαλείο για όρους που επιστρέφουν αξία στην κοινωνία.
Διαφορετικά, το ρίσκο είναι διπλό: από τη μία, ενεργειακή και δημοσιονομική επιβάρυνση για να στηριχθεί η υπολογιστική βιομηχανία· από την άλλη, απώλεια επιρροής στον τρόπο που οργανώνεται η εργασία, η πρόνοια και η πρόσβαση σε δημόσια αγαθά. Και τότε, η Ευρώπη δεν θα πληρώνει μόνο τα καλώδια — θα πληρώνει και το κοινωνικό κόστος ενός μοντέλου που σχεδιάζεται αλλού.




















