Παρά τις μεγάλες χρηματοδοτήσεις που έχουν διοχετευθεί τα τελευταία χρόνια στην αγορά δεξιοτήτων, η Ελλάδα παραμένει ουραγός στην εκπαίδευση και κατάρτιση ενηλίκων. Το παράδοξο είναι ότι, ενώ έχουν διατεθεί εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης για δράσεις κατάρτισης, η συμμετοχή και τα αποτελέσματα στην πλευρά των ενηλίκων δεν αποτυπώνουν αντίστοιχη πρόοδο. Το ερώτημα που τίθεται πλέον ανοιχτά είναι διπλό: γιατί οι Έλληνες καταγράφονται τελευταίοι στην Ευρώπη και πώς αξιοποιήθηκε το 1 δισεκ. του ΤΑΑ για δράσεις κατάρτισης.
Η εικόνα της Ελλάδας στην εκπαίδευση ενηλίκων
Η εκπαίδευση ενηλίκων αποτελεί βασικό δείκτη ανθεκτικότητας μιας οικονομίας που αλλάζει, καθώς συνδέεται άμεσα με την προσαρμογή σε νέες τεχνολογίες, την κινητικότητα στην αγορά εργασίας και την αντιμετώπιση των ελλείψεων σε ειδικότητες. Σε αυτό το πεδίο, η Ελλάδα καταγράφεται ως ουραγός στην Ευρώπη, παρά τις διακηρύξεις για αναβάθμιση δεξιοτήτων και την κινητοποίηση σημαντικών πόρων για προγράμματα κατάρτισης.
Η αντίφαση μεταξύ πόρων και αποτελέσματος ενισχύει την αίσθηση ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο η χρηματοδότηση, αλλά και ο τρόπος σχεδιασμού, υλοποίησης και στόχευσης των δράσεων. Η κατάρτιση ενηλίκων δεν μετριέται μόνο από το πόσα προγράμματα «τρέχουν», αλλά από το πόσοι συμμετέχουν, με ποια κίνητρα, με τι ποιότητα και —κυρίως— με ποια πρακτική επίδραση στην απασχολησιμότητα.
Το Ταμείο Ανάκαμψης και το ερώτημα της αποτελεσματικότητας
Στον πυρήνα της συζήτησης βρίσκεται το γεγονός ότι έχουν διατεθεί εκατοντάες εκατομμύρια ευρώ μέσω Ταμείου Ανάκαμψης για δράσεις κατάρτισης, ενώ τίθεται ευθέως το ερώτημα «πού πήγε το 1 δισεκ. του ΤΑΑ για δράσεις κατάρτισης». Η αναφορά αυτή φωτίζει το κενό ανάμεσα στη δημοσιονομική κινητοποίηση και στην κοινωνική/οικονομική απόδοση, ειδικά σε μια περίοδο που η αναβάθμιση δεξιοτήτων θεωρείται κρίσιμος όρος για ανάπτυξη και ανταγωνιστικότητα.
Για την οικονομία και την αγορά εργασίας, το ζητούμενο δεν είναι απλώς η απορρόφηση πόρων, αλλά η στοχευμένη αξιοποίησή τους σε τομείς όπου η ζήτηση δεξιοτήτων είναι πραγματική και μετρήσιμη. Διαφορετικά, οι δράσεις κινδυνεύουν να λειτουργούν ως αποσπασματικές παρεμβάσεις, χωρίς διάρκεια, χωρίς συνέχεια και χωρίς σαφή σύνδεση με επαγγελματικές διαδρομές.
Τι διακυβεύεται για εργαζόμενους και επιχειρήσεις
Οι επιπτώσεις της χαμηλής συμμετοχής στην εκπαίδευση ενηλίκων είναι άμεσες. Για τους εργαζόμενους, σημαίνει δυσκολότερη προσαρμογή σε νέες απαιτήσεις, μεγαλύτερο ρίσκο εργασιακής επισφάλειας και περιορισμένες δυνατότητες εξέλιξης. Για τις επιχειρήσεις, μεταφράζεται σε έλλειψη ανθρώπινου δυναμικού με κατάλληλες δεξιότητες, κόστος προσαρμογής και δυσκολίες παραγωγικότητας, ειδικά σε κλάδους που πιέζονται από τον ψηφιακό μετασχηματισμό.
Σε κοινωνικό επίπεδο, η υστέρηση στην κατάρτιση ενηλίκων εντείνει ανισότητες, καθώς όσοι έχουν ήδη πρόσβαση σε πόρους και δίκτυα συνεχίζουν να αναβαθμίζονται, ενώ οι πιο ευάλωτοι μένουν πίσω. Έτσι, ένα εργαλείο που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως μοχλός κοινωνικής κινητικότητας κινδυνεύει να μη φτάσει εκεί που χρειάζεται περισσότερο.
Το επόμενο βήμα: λογοδοσία και ανασχεδιασμός
Η δημόσια συζήτηση που ανοίγει γύρω από το 1 δισεκ. του ΤΑΑ για δράσεις κατάρτισης υπογραμμίζει την ανάγκη για καθαρή λογοδοσία και αξιολόγηση: τι εφαρμόστηκε, με ποια κριτήρια, ποιοι ωφελήθηκαν και ποια ήταν η μετρήσιμη επίδραση. Χωρίς να αμφισβητείται η σημασία των πόρων, το κρίσιμο ζήτημα είναι να μετατραπούν σε πραγματική συμμετοχή και αποτελέσματα, ώστε η Ελλάδα να πάψει να βρίσκεται στην τελευταία θέση στην Ευρώπη στην εκπαίδευση και κατάρτιση ενηλίκων.



















