Μετωπική επίθεση στην κυβερνητική ρητορική εξαπολύει ο Κώστας Τσουκαλάς, υποστηρίζοντας ότι η κυβέρνηση επιχειρεί να αναδιαμορφώσει το δημόσιο διάλογο με ένα νέο, «κίβδηλο και επικίνδυνο δίλημμα»: «Μητσοτάκης ή Ερντογάν». Η παρέμβασή του έρχεται σε μια περίοδο έντονης πολιτικής αντιπαράθεσης, όπου τα διακυβεύματα της εξωτερικής πολιτικής, της ασφάλειας και της σταθερότητας επανέρχονται σταθερά στην πρώτη γραμμή, επηρεάζοντας τόσο την πολιτική ατζέντα όσο και το κλίμα στην κοινωνία.
Η αιχμή για το νέο δίλημμα
Σύμφωνα με τον Κώστα Τσουκαλά, το «Μητσοτάκης ή Ερντογάν» προβάλλεται πλέον ως το κεντρικό κυβερνητικό αφήγημα, αφού —όπως λέει— η κυβέρνηση «κατάλαβε πως δεν “περπατάει” το δίλημμα “περιπέτεια ή ελπίδα”». Με τη διατύπωση αυτή, ο ίδιος επιχειρεί να αναδείξει ότι η κυβερνητική επιχειρηματολογία μετακινείται από ένα γενικό, εσωτερικού χαρακτήρα πολιτικό σχήμα προς ένα νέο σχήμα που ακουμπά στο αίσθημα ασφάλειας και στη σύγκριση με την Τουρκία και τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.
Ο χαρακτηρισμός «κίβδηλο και επικίνδυνο» συνδέεται, κατά την εκτίμησή του, με τον κίνδυνο να παρουσιαστεί μια πολιτική επιλογή ως μονόδρομος, υπό το βάρος ενός διπολικού σχήματος που μεταφέρει τη συζήτηση από τα συγκεκριμένα πεδία πολιτικής σε ένα συνολικό φόβητρο. Στο επίκεντρο βρίσκεται η υπόνοια ότι η αντιπαράθεση δεν γίνεται επί προγράμματος, αλλά επί διλημμάτων που λειτουργούν πιεστικά για τον ψηφοφόρο.
Από την «ισχυρή Ελλάδα» στην «ευάλωτη Ελλάδα»
Στην ίδια τοποθέτηση, ο Κώστας Τσουκαλάς διατυπώνει και μια δεύτερη κεντρική κατηγορία, που αφορά το πώς περιγράφεται η θέση της χώρας. Όπως λέει, «Από την ισχυρή Ελλάδα που διαφήμιζε ο πρωθυπουργός, φτάσαμε στην “ευάλωτη Ελλάδα” του Φλωρίδη». Η αντιπαραβολή αυτή επιχειρεί να αποτυπώσει μια μετατόπιση από ένα αφήγημα αυτοπεποίθησης σε μια εικόνα αυξημένης τρωτότητας.
Η διατύπωση «ευάλωτη Ελλάδα» αποκτά πολιτικό βάρος, καθώς η έννοια της «ευαλωτότητας» λειτουργεί ως δείκτης είτε εσωτερικών αδυναμιών είτε εξωτερικών πιέσεων, ανάλογα με το πλαίσιο στο οποίο χρησιμοποιείται. Σε κάθε περίπτωση, η κριτική που ασκείται αφορά το κατά πόσο η κυβέρνηση μπορεί να στηρίξει μια συνεκτική εικόνα για τη χώρα και να εξηγήσει τις επιλογές της χωρίς μεταβαλλόμενα επικοινωνιακά σχήματα.
Οι συνέπειες στην πολιτική αντιπαράθεση
Η σύγκρουση γύρω από τα διλήμματα που τίθενται στη δημόσια σφαίρα δεν είναι απλώς επικοινωνιακή. Επηρεάζει το περιεχόμενο της πολιτικής αντιπαράθεσης, το επίπεδο πόλωσης και, τελικά, τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνονται οι προτεραιότητες: από την οικονομία και την καθημερινότητα μέχρι την εξωτερική πολιτική και την αίσθηση ασφάλειας.
Με φόντο αυτά, η παρέμβαση Τσουκαλά λειτουργεί ως προσπάθεια να αμφισβητηθεί η βάση του κυβερνητικού αφηγήματος και να επιστρέψει η συζήτηση σε συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές και αποτελέσματα. Το αν το «Μητσοτάκης ή Ερντογάν» θα κυριαρχήσει ως κεντρικό πλαίσιο ή θα απορριφθεί ως «κίβδηλο» θα κριθεί από την ένταση της αντιπαράθεσης και τη δυνατότητα των κομμάτων να πείσουν ότι προσφέρουν ρεαλιστικές απαντήσεις, πέρα από σχήματα που συμπιέζουν τη συζήτηση σε ένα μόνο ερώτημα.



















