Καθηγητής και 24χρονη βοηθός: ένα μπλέντερ που αποκάλυψε το μυστικό της ζωής

Καθηγητής και 24χρονη βοηθός: ένα μπλέντερ που αποκάλυψε το μυστικό της ζωής

Ένα γυάλινο δοχείο, λίγα δευτερόλεπτα βίαιης ανάδευσης και μια φυγόκεντρος ήταν αρκετά για να αλλάξουν οριστικά τον τρόπο με τον οποίο η επιστήμη αντιλαμβάνεται την κληρονομικότητα. Το σκηνικό δεν θυμίζει «μεγάλη ανακάλυψη»: «Το μπλέντερ δεν περιέχει φρούτα. Μέσα στο γυάλινο δοχείο βρίσκονται βακτήρια και, προσκολλημένοι επάνω τους, χιλιάδες μικροσκοπικοί ιοί». Όμως αυτό ακριβώς το απλό εργαστηριακό στιγμιότυπο συμπυκνώνει ένα από τα καθοριστικά πειράματα του 20ού αιώνα: την ισχυρότερη έως τότε απόδειξη ότι οι οδηγίες της ζωής είναι γραμμένες στο DNA και όχι στις πρωτεΐνες.

Η στιγμή που ξεχώρισε το «μέσα» από το «έξω»

Ο κινητήρας τίθεται σε λειτουργία. Οι λεπίδες δεν καταστρέφουν τα βακτήρια, αλλά «η βίαιη ανάδευση αποκολλά από την επιφάνειά τους τα εξωτερικά περιβλήματα των ιών». Το μίγμα μεταφέρεται στη φυγόκεντρο: «τα βαριά βακτηριακά κύτταρα συγκεντρώνονται στον πυθμένα και τα ελαφρύτερα υπολείμματα μένουν στο υγρό». Εκεί, «μέσα σε δύο διαφορετικά στρώματα ενός δοκιμαστικού σωλήνα», οι ερευνητές διαβάζουν το αποτέλεσμα: «Η πρωτεΐνη των ιών έχει μείνει απ’ έξω. Το DNA έχει περάσει μέσα στα βακτήρια».

Το διακύβευμα δεν ήταν τεχνικό, αλλά θεμελιώδες. Στα μέσα του 20ού αιώνα οι επιστήμονες γνώριζαν την ύπαρξη του DNA, όμως πολλοί δεν είχαν πειστεί ότι αποτελεί το υλικό της κληρονομικότητας. Το DNA έμοιαζε «υπερβολικά απλό», με «τέσσερις μόνο χημικές βάσεις», ενώ οι πρωτεΐνες, με «είκοσι διαφορετικά αμινοξέα», θεωρούνταν πιο πιθανό να «κρύβουν τις οδηγίες για την κατασκευή ενός ζωντανού οργανισμού».

Ο καθηγητής και η 24χρονη χωρίς διδακτορικό

Στο Cold Spring Harbor της Νέας Υόρκης, στο Τμήμα Γενετικής του Ινστιτούτου Carnegie, ο γενετιστής Άλφρεντ Χέρσι μελετά βακτηριοφάγους — «ιούς που προσβάλλουν βακτήρια». Δίπλα του βρίσκεται μια ερευνήτρια «μόλις 24 ετών, χωρίς διδακτορικό και χωρίς διάσημο όνομα: η Μάρθα Τσέις». Η Τσέις, που έχει αποφοιτήσει το 1950 από το Κολέγιο του Γούστερ και φτάνει λίγο αργότερα στο εργαστήριο ως βοηθός έρευνας, δεν μένει στο περιθώριο: «Η εργασία υπογράφεται από δύο συγγραφείς: Α. Ντ. Χέρσι και Μάρθα Τσέις».

Για να ξεχωρίσουν DNA και πρωτεΐνη, χρησιμοποιούν δύο ραδιενεργούς «ιχνηθέτες»: ραδιενεργό φώσφορο-32 για το DNA και ραδιενεργό θείο-35 για τις πρωτεΐνες. Οι μετρήσεις αποδεικνύονται «εντυπωσιακά καθαρές»: «Περίπου το 75% του ραδιενεργού θείου απομακρύνεται μαζί με τα πρωτεϊνικά περιβλήματα», ενώ «μόλις περίπου το 15% του ραδιενεργού φωσφόρου αποσπάται από τα βακτήρια».

Δημοσίευση στις 20 Σεπτεμβρίου 1952 και οι συνέπειες

Η εργασία «δημοσιεύεται σαν σήμερα στις 20 Σεπτεμβρίου 1952» και, παρότι οι ερευνητές παραμένουν προσεκτικοί στις διατυπώσεις τους, το μήνυμα είναι σαφές: «η πρωτεΐνη του ιού παραμένει κυρίως στην επιφάνεια, ενώ το DNA εισέρχεται στο κύτταρο και συμμετέχει στη δημιουργία της επόμενης γενιάς». Δεν ήταν «η πρώτη ένδειξη» υπέρ του DNA, αλλά εκείνη που μετέτρεψε «μια αμφισβητούμενη υπόθεση σε επιστημονική βεβαιότητα για ολοένα περισσότερους ερευνητές».

Η χρονική συγκυρία αποδείχθηκε καταλυτική. «Τον Απρίλιο του 1953», «επτά μήνες» μετά, οι Τζέιμς Γουότσον και Φράνσις Κρικ θα παρουσιάσουν το μοντέλο της διπλής έλικας. Έτσι, ένα πείραμα με ένα «μπλέντερ Waring» δεν έδωσε απλώς μια απάντηση σε εργαστηριακό επίπεδο· έστρωσε το έδαφος για τη σύγχρονη μοριακή βιολογία, βάζοντας στο επίκεντρο το DNA ως το κλειδί της κληρονομικότητας.

Comments

comments

Posts Carousel

Latest Posts

Featured Videos

Comments

comments

Afieroma.gr
Επισκόπηση απορρήτου

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να σας παρέχουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία χρήστη. Οι πληροφορίες των cookies αποθηκεύονται στο πρόγραμμα περιήγησής σας και εκτελούν λειτουργίες όπως η αναγνώρισή σας όταν επιστρέφετε στον ιστότοπό μας και βοηθώντας την ομάδα μας να καταλάβει ποια τμήματα του ιστότοπου μας θεωρείτε πιο ενδιαφέροντα και χρήσιμα.