Με αιχμή τα συσσωρευμένα χρέη των μικρών επιχειρήσεων, η Γενική Συνομοσπονδία Επαγγελματιών Βιοτεχνών Εμπόρων Ελλάδας (ΓΣΕΒΕΕ) παρεμβαίνει δημόσια, υποστηρίζοντας ότι η υφιστάμενη ρύθμιση των 120 δόσεων δεν επαρκεί για να δώσει «ουσιαστική και βιώσιμη λύση». Στο επίκεντρο των προτάσεών της βρίσκεται ένα πακέτο μέτρων που, όπως τονίζει, στοχεύει στη μείωση του πραγματικού βάρους των οφειλών και στη δυνατότητα συνέχισης της δραστηριότητας χιλιάδων επαγγελματιών.
Παρέμβαση για τα χρέη των μικρών επιχειρήσεων
Η ΓΣΕΒΕΕ θέτει ως αφετηρία ότι η αποπληρωμή σε 120 δόσεις, από μόνη της, δεν αντιμετωπίζει την κεντρική δυσκολία: την επιβάρυνση των οφειλών από προσαυξήσεις και το κόστος εξυπηρέτησης μέσω επιτοκίων. Υπογραμμίζει ότι, στην πράξη, οι μικρές επιχειρήσεις και οι αυτοαπασχολούμενοι συχνά αδυνατούν να ανταποκριθούν, ακόμη και όταν ενταχθούν σε μια ρύθμιση, καθώς η μηνιαία δόση δεν αντανακλά τις πραγματικές αντοχές της αγοράς και τις μεταβολές στον κύκλο εργασιών.
Η παρέμβαση της Συνομοσπονδίας έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η βιωσιμότητα πολλών μικρών σχημάτων πιέζεται από τη συσσώρευση υποχρεώσεων, την περιορισμένη ρευστότητα και την αβεβαιότητα που συνοδεύει την καθημερινή λειτουργία τους. Για τον λόγο αυτό, επιμένει ότι απαιτείται πιο ολοκληρωμένη προσέγγιση, ώστε να μην μετατρέπεται η ρύθμιση σε πρόσκαιρη ανακούφιση, αλλά σε διατηρήσιμη διέξοδο.
Τι ζητά: διαγραφή προσαυξήσεων και μείωση επιτοκίου
Κεντρικοί άξονες των προτάσεων της ΓΣΕΒΕΕ είναι δύο: η διαγραφή προσαυξήσεων και η μείωση επιτοκίου. Σύμφωνα με τη Συνομοσπονδία, η ελάφρυνση από τις προσαυξήσεις μπορεί να λειτουργήσει ως καθοριστικός μηχανισμός αποσυμπίεσης για οφειλέτες που έχουν εγκλωβιστεί σε χρέη τα οποία διογκώνονται με την πάροδο του χρόνου. Αντίστοιχα, η μείωση του επιτοκίου παρουσιάζεται ως κρίσιμη για να περιοριστεί το κόστος εξυπηρέτησης, να καταστούν οι δόσεις πιο ρεαλιστικές και να μειωθεί ο κίνδυνος νέων αθετήσεων.
Στο σκεπτικό της ΓΣΕΒΕΕ, τα δύο μέτρα λειτουργούν συμπληρωματικά: η απομείωση των προσαυξήσεων μειώνει άμεσα το συνολικό «κεφάλαιο» της επιβάρυνσης, ενώ η μείωση του επιτοκίου περιορίζει τη διαρκή αναπαραγωγή του χρέους κατά τη διάρκεια της ρύθμισης.
Γιατί το ζήτημα έχει συνέπειες για την αγορά
Η Συνομοσπονδία προειδοποιεί, εμμέσως, ότι η αδυναμία αποτελεσματικής ρύθμισης δεν είναι μόνο θέμα ατομικής επιβίωσης επιχειρήσεων, αλλά και συνολικής λειτουργίας της αγοράς. Όταν οι οφειλές παραμένουν μη διαχειρίσιμες, αυξάνεται ο κίνδυνος διακοπής δραστηριότητας, περιορίζονται οι δυνατότητες επενδύσεων και δυσχεραίνεται η ομαλή χρηματοοικονομική ροή σε κλάδους που στηρίζουν την απασχόληση και την τοπική οικονομία.
Με τη θέση ότι «δεν αρκούν οι 120 δόσεις», η ΓΣΕΒΕΕ επιδιώκει να μεταφέρει τη συζήτηση από το σκέλος της τυπικής διευκόλυνσης αποπληρωμής στο σκέλος της πραγματικής ελάφρυνσης. Το επόμενο διάστημα αναμένεται να φανεί κατά πόσο οι προτάσεις της για διαγραφή προσαυξήσεων και μείωση επιτοκίου θα τροφοδοτήσουν θεσμικό διάλογο για μια λύση που, όπως υποστηρίζει, θα είναι πράγματι «ουσιαστική και βιώσιμη» για τα χρέη των μικρών επιχειρήσεων.




















