Με αιχμηρή κριτική απέναντι στις βασικές παραδοχές της οικονομικής πολιτικής της κυβέρνησης, η Νέα Αριστερά παρεμβαίνει στη δημόσια συζήτηση για το Προσχέδιο του Προϋπολογισμού, υποστηρίζοντας ότι το κείμενο αποτυπώνει μια σταθερή κατεύθυνση που δεν αλλάζει ούτε την επόμενη χρονιά. Στο επίκεντρο της τοποθέτησης μπαίνουν οι προβλέψεις για τα κρίσιμα μεγέθη της ελληνικής οικονομίας, η φορολογική και δημοσιονομική επιβάρυνση των νοικοκυριών και, τελικά, οι κοινωνικές επιπτώσεις που –κατά την εκτίμησή της– παράγονται από ένα μοντέλο που εντείνει τις ανισότητες.
Κριτική στο μείγμα οικονομικής πολιτικής έως και το 2027
Σύμφωνα με τη Νέα Αριστερά, το Προσχέδιο του Προϋπολογισμού «αποτυπώνει το μείγμα οικονομικής πολιτικής που ακολουθεί η κυβέρνηση Μητσοτάκη» και, όπως τονίζει, προτίθεται να ακολουθήσει «σταθερά και το 2027». Η χρονική αναφορά στο 2027 δίνει, κατά την ίδια, χαρακτήρα συνέχειας και προαναγγελίας: η οικονομική στρατηγική εμφανίζεται ως επιλογή με διάρκεια, ανεξάρτητα από τις πιέσεις που δέχονται τα εισοδήματα και τις ανάγκες που διαμορφώνονται στην κοινωνία.
Η τοποθέτηση έρχεται σε μια συγκυρία όπου η κατάρτιση και παρουσίαση των δημοσιονομικών πλάνων αποτελεί πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης, καθώς οι προβλέψεις και οι στόχοι που περιγράφονται σε ένα προσχέδιο προϋπολογισμού λειτουργούν ως «χάρτης» για τις προτεραιότητες ενός έτους, αλλά και ως μήνυμα για τη μεσοπρόθεσμη πορεία της οικονομίας.
«Έωλες προβλέψεις» και «αφαίμαξη» των νοικοκυριών
Η Νέα Αριστερά χαρακτηρίζει τις εκτιμήσεις του Προσχεδίου ως «έωλες προβλέψεις για βασικά μεγέθη της ελληνικής οικονομίας», αμφισβητώντας ευθέως την αξιοπιστία τους. Στην ίδια δήλωση, η κριτική μεταφέρεται από τους αριθμούς στη βιωμένη πραγματικότητα, με το κόμμα να μιλά για «αφαίμαξη της συντριπτικής πλειοψηφίας των πολιτών και των νοικοκυριών».
Ο όρος «αφαίμαξη», όπως χρησιμοποιείται, παραπέμπει σε ένα πλαίσιο όπου το δημοσιονομικό αποτέλεσμα επιτυγχάνεται, κατά την άποψή της, με κόστος την αγοραστική δύναμη και το διαθέσιμο εισόδημα. Πρόκειται για έναν ισχυρισμό που συνδέει την οικονομική πολιτική με άμεσες κοινωνικές συνέπειες, ανοίγοντας τη συζήτηση για το ποιοι ωφελούνται και ποιοι επιβαρύνονται από τις επιλογές που αποτυπώνονται στον προϋπολογισμό.
Υπερπλεονάσματα και διεύρυνση ανισοτήτων
Στο καταληκτικό της σκεπτικό, η Νέα Αριστερά υποστηρίζει ότι αυτή η πολιτική «οδηγεί σε τερατώδη υπερπλεονάσματα και διεύρυνση των ανισοτήτων». Η σύνδεση του δημοσιονομικού αποτελέσματος με την κοινωνική ανισότητα αποτελεί κεντρικό σημείο της κριτικής: τα «υπερπλεονάσματα» παρουσιάζονται όχι ως ουδέτερος δείκτης επιτυχίας, αλλά ως αποτέλεσμα μιας επιλογής που μεταφέρει βάρη στη μεγάλη πλειονότητα.
Με αυτή την παρέμβαση, η Νέα Αριστερά επιχειρεί να πλαισιώσει το Προσχέδιο του Προϋπολογισμού ως πολιτικό κείμενο με κοινωνικό αποτύπωμα, προειδοποιώντας ότι η συνέχιση της ίδιας γραμμής το 2027 θα παγιώσει, κατά την ίδια, μια πορεία που βαθαίνει τις ανισότητες και πιέζει τα νοικοκυριά. Η αντιπαράθεση γύρω από τις προβλέψεις, τα πλεονάσματα και την κατανομή των βαρών αναμένεται να ενταθεί καθώς ο δημόσιος διάλογος προχωρά προς τα επόμενα στάδια της κοινοβουλευτικής συζήτησης.




















