Μπορεί να μετριέται σε εισιτήρια, να συγκρίνεται σε κατατάξεις και να αποτιμάται σε έσοδα, όμως για τον Τομ Κρουζ και τον Αλεχάντρο Γ. Ινιάριτου η πραγματική «ζυγαριά» του κινηματογράφου δεν είναι το ταμείο. Με αφορμή την πορεία του «Digger», οι δύο δημιουργοί φέρονται να αντιμετωπίζουν την εμπορική αποτυχία με αξιοσημείωτη ψυχραιμία, υποστηρίζοντας ότι το ζητούμενο δεν ήταν το box office αλλά η αντοχή του έργου στον χρόνο.
Στο κέντρο της συζήτησης βρίσκεται η ίδια η λογική με την οποία, όπως σημειώνεται, προσεγγίστηκε η ταινία: ο Κρουζ και ο Ινιάριτου δεν «έδωσαν ψυχή και σώμα» στο «Digger» για να σημειώσει επιτυχία στα ταμεία, αλλά για να καταφέρει να αντέξει στο χρόνο. Πρόκειται για μια θέση που διαφοροποιείται από τη συνηθισμένη βιομηχανική πίεση του Χόλιγουντ, όπου οι πρώτες εβδομάδες προβολής συχνά καθορίζουν τη συνολική αποτίμηση μιας παραγωγής.
Η εμπορική πορεία και η επιλογή της απόστασης
Το γεγονός ότι το «Digger» απέτυχε στα ταμεία λειτουργεί ως αφετηρία για μια ευρύτερη ανάγνωση: τι σημαίνει «αποτυχία» όταν η πρόθεση των συντελεστών δεν περιορίζεται στο άμεσο οικονομικό αποτέλεσμα. Η στάση που αποδίδεται στον Τομ Κρουζ —ότι «δεν δίνει δεκάρα» για την πορεία της ταινίας στο box office— μεταφέρει το βάρος από τους αριθμούς στη διάρκεια. Σ’ αυτή τη συλλογιστική, το ταμείο εμφανίζεται ως συγκυριακό κριτήριο, ενώ η «μακροζωία» μιας ταινίας ως το πραγματικό στοίχημα.
Η επιλογή αυτή, ωστόσο, δεν αναιρεί τις συνέπειες που συνοδεύουν μια αδύναμη εμπορική επίδοση. Σε μια κινηματογραφική αγορά όπου οι χρηματοδοτήσεις, οι συνεργασίες και οι στρατηγικές διανομής επηρεάζονται από τα οικονομικά αποτελέσματα, η αποτυχία στα ταμεία μπορεί να συμπιέσει τα περιθώρια για ανάλογα ρίσκα στο μέλλον. Το ενδιαφέρον εδώ είναι ότι οι δημιουργοί παρουσιάζονται να αποδέχονται αυτό το ενδεχόμενο, επενδύοντας στην ιδέα ότι η αξία του «Digger» θα κριθεί σε βάθος χρόνου.
Το στοίχημα της «αντοχής στον χρόνο»
Η αναφορά στην αντοχή μιας ταινίας παραπέμπει σε μια διαφορετική κλίμακα αξιολόγησης: το αν ένα έργο θα επανεκτιμηθεί, θα συζητηθεί, θα επηρεάσει δημιουργούς ή θα βρει νέο κοινό πέρα από τη συγκυρία της πρώτης κυκλοφορίας του. Για τον Αλεχάντρο Γ. Ινιάριτου, η καλλιτεχνική σφραγίδα και ο στόχος της διαχρονικότητας αποτελούν κεντρικό ζητούμενο, ενώ για τον Τομ Κρουζ η προσέγγιση αυτή εμφανίζεται να υπερβαίνει το στερεότυπο του «σταρ» που κυνηγά αποκλειστικά την εμπορική κορυφή.
Με το «Digger» να συζητείται πλέον περισσότερο για το χάσμα ανάμεσα στην καλλιτεχνική φιλοδοξία και το άμεσο οικονομικό αποτέλεσμα, η ουσία της τοποθέτησης των δύο δημιουργών συμπυκνώνεται σε ένα ερώτημα: αξίζει μια ταινία να κριθεί αποκλειστικά από το πρώτο της ταμείο; Η δική τους απάντηση —όπως προκύπτει από τη στάση που περιγράφεται— είναι ότι ο κινηματογράφος δεν τελειώνει στην πρεμιέρα, αλλά συνεχίζεται όσο υπάρχει χρόνος για επανεπίσκεψη και επαναξιολόγηση.



















