Η ακρίβεια δεν αποτυπώνεται μόνο στα ράφια και στους λογαριασμούς των νοικοκυριών. Την ίδια στιγμή, ο πληθωρισμός μετατρέπεται σε άμεσο «μοχλό» ενίσχυσης των κρατικών εσόδων, καθώς διογκώνει τη φορολογητέα βάση και επηρεάζει ευθέως τον ΦΠΑ, τα συνολικά φορολογικά έσοδα και, τελικά, τα δημοσιονομικά πλεονάσματα. Πρόκειται για έναν μηχανισμό που λειτουργεί αθόρυβα, αλλά με υψηλή αποτελεσματικότητα, με σαφείς συνέπειες τόσο για τα δημόσια οικονομικά όσο και για την καθημερινότητα των πολιτών.
Ο μηχανισμός πίσω από τα έσοδα
Όταν οι τιμές αυξάνονται, η κατανάλωση —ακόμη και αν δεν μεγαλώνει σε όγκο— γίνεται ακριβότερη. Αυτό σημαίνει ότι σε αγαθά και υπηρεσίες που υπάγονται σε ΦΠΑ, το κράτος εισπράττει περισσότερα ευρώ ανά συναλλαγή, απλώς και μόνο επειδή η τελική τιμή είναι υψηλότερη. Έτσι, η ακρίβεια και ο πληθωρισμός λειτουργούν ως άμεσος τροφοδότης των κρατικών ταμείων, επηρεάζοντας καθοριστικά τον ΦΠΑ, τα συνολικά φορολογικά έσοδα και τα δημοσιονομικά πλεονάσματα.
Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί ένα διπλό αποτέλεσμα: από τη μία πλευρά, τα δημόσια ταμεία βλέπουν αύξηση των εισροών, από την άλλη όμως οι πολίτες επιβαρύνονται, καθώς πληρώνουν ακριβότερα βασικά είδη, μεταφορές, υπηρεσίες και λογαριασμούς. Στην πράξη, το ίδιο κύμα ανατιμήσεων που συμπιέζει τα διαθέσιμα εισοδήματα, ενισχύει τα φορολογικά έσοδα μέσω των έμμεσων φόρων.
Τι «γράφει» ο προϋπολογισμός του 2027
Η συζήτηση αναζωπυρώνεται με αφορμή τον προϋπολογισμό του 2027, ο οποίος —όπως υπογραμμίζεται— φωτίζει αυτόν τον «αθόρυβο» μηχανισμό. Η εικόνα που αναδεικνύεται είναι ότι οι πληθωριστικές πιέσεις δεν είναι μόνο μια μακροοικονομική μεταβλητή, αλλά στοιχείο που διαμορφώνει την πορεία των δημοσιονομικών μεγεθών: ο ΦΠΑ επηρεάζεται άμεσα από τις τιμές, τα συνολικά φορολογικά έσοδα ακολουθούν και τα δημοσιονομικά πλεονάσματα αποκτούν άλλη δυναμική.
Το κρίσιμο πολιτικό και οικονομικό ερώτημα είναι πώς μεταφράζεται αυτή η επίδοση: θα επιστρέψει μέρος της υπεραπόδοσης στην κοινωνία με στοχευμένα μέτρα ανακούφισης ή θα αξιοποιηθεί πρωτίστως για τη θωράκιση των δημόσιων οικονομικών; Σε κάθε περίπτωση, το αποτύπωμα της ακρίβειας δεν εξαντλείται σε έναν δείκτη τιμών, αλλά διαπερνά τον πυρήνα της δημοσιονομικής διαχείρισης.
Συνέπειες για νοικοκυριά και επιχειρήσεις
Για τα νοικοκυριά, η επίδραση είναι άμεση: όσο αυξάνονται οι τιμές, τόσο μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματος κατευθύνεται σε ανελαστικές δαπάνες, περιορίζοντας την κατανάλωση σε άλλες κατηγορίες. Αυτό μπορεί να επηρεάσει και τη συνολική ζήτηση, ειδικά αν οι αυξήσεις τιμών δεν συνοδεύονται από ανάλογη άνοδο εισοδημάτων.
Για τις επιχειρήσεις, η εικόνα είναι μικτή. Από τη μία, οι αυξήσεις τιμών μπορεί να ενισχύουν τον τζίρο σε ονομαστικούς όρους. Από την άλλη όμως, το κόστος λειτουργίας και η αβεβαιότητα στην κατανάλωση δημιουργούν πιέσεις, ενώ το φορολογικό αποτύπωμα της ακρίβειας μέσω του ΦΠΑ παραμένει παρόν σε κάθε συναλλαγή.
Η δημοσιονομική εξίσωση και το ζητούμενο
Η ενίσχυση των εσόδων μέσω πληθωρισμού μπορεί να βελτιώνει τους αριθμούς στα δημόσια ταμεία, όμως η κοινωνική και οικονομική ισορροπία κρίνεται στο πώς διαχειρίζεται αυτή η πραγματικότητα. Ο προϋπολογισμός του 2027 φέρνει στο προσκήνιο ότι ο πληθωρισμός δεν είναι απλώς «κακό νέο» για την αγορά: είναι ταυτόχρονα και παράγοντας που μεταβάλλει τη φορολογική απόδοση και τα πλεονάσματα. Το ζητούμενο, τελικά, είναι αν αυτή η αθόρυβη αποτελεσματικότητα θα μεταφραστεί σε σταθερότητα με κοινωνικό αντίβαρο ή σε μια παρατεταμένη πίεση για όσους πληρώνουν πρώτοι την ακρίβεια, στην κάλπη και στο ταμείο.



















