Σε μια περίοδο που η φαρμακευτική δαπάνη, η πρόσβαση των ασθενών σε θεραπείες και η αξιολόγηση της «καινοτομίας» βρίσκονται στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης, η πρόεδρος του ΕΟΠΥΥ, της Επιτροπής Διαπραγμάτευσης Τιμών Φαρμάκων και του Ταμείου Καινοτομίας, Δρ Βασιλική-Κωνσταντίνα Γκογκοζώτου, παρεμβαίνει με σαφές μήνυμα: το ότι ένα φάρμακο είναι «καινούριο» δεν σημαίνει αυτομάτως ότι είναι και «καινοτόμο». Η τοποθέτησή της αποτυπώνει το βασικό δίλημμα της φαρμακευτικής πολιτικής: πώς θα στηριχθεί η πραγματική πρόοδος στην ιατρική, χωρίς να διαταραχθεί η βιωσιμότητα του συστήματος και χωρίς να πληρώνονται ως υπεραξία θεραπείες που δεν προσθέτουν ουσιαστικό όφελος.
Ποιος μιλά και τι σηματοδοτεί ο ρόλος της
Η Δρ Βασιλική-Κωνσταντίνα Γκογκοζώτου βρίσκεται σε τριπλό θεσμικό ρόλο: ως πρόεδρος του ΕΟΠΥΥ, της Επιτροπής Διαπραγμάτευσης Τιμών Φαρμάκων και του Ταμείου Καινοτομίας. Η σύμπτωση αυτών των αρμοδιοτήτων την τοποθετεί στον πυρήνα των αποφάσεων που αφορούν την αποζημίωση φαρμάκων, τις διαπραγματεύσεις τιμών και τη διαχείριση των μηχανισμών που σχετίζονται με την είσοδο νέων θεραπειών στο σύστημα. Σε αυτό το πλαίσιο, η συζήτηση για το τι συνιστά «καινοτομία» δεν είναι θεωρητική, αλλά καθορίζει άμεσα προτεραιότητες, πόρους και ταχύτητα πρόσβασης.
«Καινούριο» δεν σημαίνει «καινοτόμο»
Η επισήμανση ότι «τα καινούρια φάρμακα δεν είναι αυτομάτως και καινοτόμα» εστιάζει στη διαφορά ανάμεσα στη χρονολογία κυκλοφορίας και στο αποδεδειγμένο κλινικό όφελος. Στη διεθνή πρακτική, η «καινοτομία» συνδέεται με μετρήσιμη βελτίωση σε δείκτες όπως η επιβίωση, η ποιότητα ζωής, η μείωση παρενεργειών ή η κάλυψη ανεκπλήρωτων θεραπευτικών αναγκών. Η διάκριση αυτή αποκτά βάρος όταν οι δημόσιοι προϋπολογισμοί πιέζονται και οι ανάγκες των ασθενών αυξάνονται: η πολιτική καλείται να ανταμείψει την πραγματική πρόοδο, όχι απλώς τη νεότητα ενός προϊόντος.
Το Ταμείο Καινοτομίας και η στρατηγική της φαρμακευτικής πολιτικής
Η συζήτηση γύρω από το Ταμείο Καινοτομίας εντάσσεται στη συνολικότερη φαρμακευτική πολιτική που καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στην πρόσβαση και τον έλεγχο του κόστους. Η λειτουργία ενός τέτοιου μηχανισμού προϋποθέτει σαφείς κανόνες: ποια φάρμακα προκρίνονται, με ποια κριτήρια, υπό ποιες προϋποθέσεις και με ποιες δικλίδες ώστε να αποφεύγονται στρεβλώσεις. Στο επίκεντρο βρίσκεται η ανάγκη να διαχωρίζονται οι θεραπείες με ουσιαστικό πρόσθετο όφελος από εκείνες που έρχονται ως παραλλαγές ή μικρές τροποποιήσεις χωρίς ανάλογη βελτίωση για τους ασθενείς.
Συνέπειες για ασθενείς, σύστημα και αγορά
Για τους ασθενείς, η ουσία της συζήτησης είναι η έγκαιρη πρόσβαση σε αποτελεσματικές θεραπείες, με προτεραιότητα σε εκείνες που αλλάζουν πραγματικά την πορεία μιας νόσου. Για το δημόσιο σύστημα, η επιμονή στην τεκμηριωμένη καινοτομία μπορεί να σημαίνει πιο στοχευμένη κατανομή πόρων και μεγαλύτερη ανθεκτικότητα απέναντι σε αυξήσεις κόστους. Για την αγορά φαρμάκου, το μήνυμα υπογραμμίζει ότι οι διαπραγματεύσεις και οι αποφάσεις αποζημίωσης δεν θα στηρίζονται μόνο στην «ετικέτα» του νέου, αλλά σε κλινικά και οικονομικά δεδομένα.
Η παρέμβαση της Δρ Βασιλικής-Κωνσταντίνας Γκογκοζώτου φωτίζει μια κρίσιμη παράμετρο της πολιτικής υγείας: σε ένα πεδίο όπου η επιστήμη προχωρά γρήγορα και οι ανάγκες πολλαπλασιάζονται, η έννοια της καινοτομίας πρέπει να παραμένει αυστηρά συνδεδεμένη με την απόδειξη οφέλους. Με αυτό το κριτήριο, η φαρμακευτική πολιτική μπορεί να υπηρετεί ταυτόχρονα την πρόσβαση, την ποιότητα φροντίδας και τη βιωσιμότητα.



















