Η τεχνητή νοημοσύνη εισβάλλει ολοένα και βαθύτερα στην υγεία, αυτή τη φορά αγγίζοντας ένα από τα πιο ευαίσθητα κοινωνικά τραύματα: την ενδοοικογενειακή βία. Η υπόσχεση είναι εντυπωσιακή και, για πολλούς, σωτήρια: η AI μπορεί να προβλέψει την ενδοοικογενειακή βία χρόνια πριν αποκαλυφθεί. Μαζί με την τεχνολογική δυνατότητα, όμως, έρχεται ένα δύσκολο ερώτημα που δεν αφορά μόνο την επιστήμη, αλλά και τη δημοκρατία, τα δικαιώματα και την εμπιστοσύνη στους θεσμούς: πόσο ασφαλές και θεμιτό είναι να γνωρίζει το σύστημα υγείας κάτι που ο ίδιος ο επιζών δεν έχει επιλέξει να μοιραστεί;
Τι υπόσχεται η νέα δυνατότητα της AI
Η είδηση ότι η AI μπορεί πλέον να προβλέψει την ενδοοικογενειακή βία χρόνια πριν αποκαλυφθεί αναδεικνύει μια νέα γενιά εργαλείων που επιχειρούν να εντοπίσουν «μοτίβα κινδύνου» πριν υπάρξει επίσημη καταγγελία ή εμφανής εξωτερίκευση. Στο πλαίσιο της υγειονομικής περίθαλψης, μια τέτοια ικανότητα θα μπορούσε, θεωρητικά, να λειτουργήσει ως πρώιμος συναγερμός: να κινητοποιήσει επαγγελματίες υγείας, να οδηγήσει σε στοχευμένες ερωτήσεις, να ανοίξει δρόμους προς ψυχοκοινωνική στήριξη και, σε ορισμένες περιπτώσεις, να προλάβει περαιτέρω βία.
Ωστόσο, η πρόβλεψη δεν ισοδυναμεί με απόδειξη. Και καθώς το πεδίο αφορά την ιδιωτική ζωή, τις σχέσεις εξουσίας στο σπίτι και την ασφάλεια όσων επιβιώνουν, το πώς χρησιμοποιείται αυτή η «γνώση» γίνεται εξίσου κρίσιμο με το αν είναι τεχνικά εφικτή.
Το κρίσιμο ερώτημα: συναίνεση, εμπιστοσύνη και ασφάλεια
Στον πυρήνα της συζήτησης βρίσκεται ένα δίλημμα: μπορεί ή πρέπει το σύστημα υγείας να διαθέτει πληροφορία για ενδοοικογενειακή βία πριν ο ίδιος ο επιζών επιλέξει να την κοινοποιήσει; Η απάντηση δεν είναι απλή, διότι η αποκάλυψη της βίας είναι συχνά μια διαδικασία σταδιακή, φορτισμένη, και σε ορισμένες περιπτώσεις επικίνδυνη. Η πρόωρη «επισήμανση» από ένα σύστημα, ακόμη κι αν γίνεται με πρόθεση προστασίας, μπορεί να δημιουργήσει φόβο παρακολούθησης, να αποτρέψει ανθρώπους από το να αναζητήσουν ιατρική βοήθεια ή να τους εκθέσει σε πρόσθετους κινδύνους αν η πληροφορία διαχειριστεί λανθασμένα.
Το ζήτημα της ασφάλειας αφορά και τα δεδομένα. Όσο πιο ευαίσθητη είναι η πληροφορία, τόσο μεγαλύτερο είναι το διακύβευμα σε περίπτωση διαρροής, κακής χρήσης ή πρόσβασης από μη εξουσιοδοτημένα πρόσωπα. Το «να γνωρίζει» το σύστημα υγείας δεν είναι μια αφηρημένη έννοια: σημαίνει καταγραφή, διαμοιρασμό εντός δομών, πρωτόκολλα πρόσβασης, τεχνική θωράκιση και σαφείς ευθύνες.
Πότε η πρόληψη μπορεί να γίνει στιγματισμός
Η υπόσχεση της πρόβλεψης συνοδεύεται από τον κίνδυνο της υπεραπλούστευσης: ο αλγόριθμος μπορεί να «δει» πρότυπα, αλλά δεν βιώνει το κοινωνικό πλαίσιο, τις πολιτισμικές παραμέτρους και τη σύνθετη πραγματικότητα της σχέσης θύτη-επιζώντος. Αν μια πρόβλεψη οδηγήσει σε λανθασμένες υποψίες ή σε πιεστικές παρεμβάσεις χωρίς συναίνεση, η προσπάθεια προστασίας μπορεί να μετατραπεί σε στιγματισμό ή σε επιδείνωση της κατάστασης.
Παράλληλα, μια τέτοια τεχνολογία θα μπορούσε να αλλάξει τον τρόπο που οι επαγγελματίες υγείας προσεγγίζουν τους ασθενείς: από την κλινική ακρόαση και την ανθρώπινη σχέση, προς μια πρακτική όπου η «υποψία» προκύπτει από μηχανική εκτίμηση κινδύνου. Αυτό μπορεί να έχει συνέπειες στην εμπιστοσύνη, ειδικά σε περιπτώσεις όπου ο επιζών δεν είναι έτοιμος να μιλήσει.
Ποιο είναι το διακύβευμα για την επόμενη μέρα
Το ερώτημα «Πρέπει όμως να το κάνει;» δεν είναι τεχνοφοβικό· είναι θεσμικό και βαθιά ανθρώπινο. Αν η AI μπορεί να προβλέψει την ενδοοικογενειακή βία χρόνια πριν αποκαλυφθεί, τότε η κοινωνία καλείται να αποφασίσει τους όρους: ποιος έχει πρόσβαση, πότε ενεργοποιείται παρέμβαση, πώς εξασφαλίζεται η συναίνεση, πώς προστατεύονται τα δεδομένα και, κυρίως, πώς διασφαλίζεται ότι ο επιζών παραμένει στο κέντρο των αποφάσεων για τη ζωή του.
Η τεχνολογία μπορεί να προσφέρει ένα νέο εργαλείο πρόληψης. Το αν θα γίνει δίχτυ ασφαλείας ή μηχανισμός αθέλητης έκθεσης θα κριθεί όχι από την ισχύ των αλγορίθμων, αλλά από τους κανόνες, την εκπαίδευση και τις εγγυήσεις που θα την περιβάλλουν.



















