Με σαφές μήνυμα μηδενικής ανοχής απέναντι στη βία και τις πρακτικές εκφοβισμού που επιχειρούν να επιβληθούν στον δημόσιο χώρο, η αναπληρώτρια εκπρόσωπος Τύπου της ΕΛΑΣ, Άννα Παπαδοπούλου, παρεμβαίνει στη δημόσια συζήτηση, τονίζοντας ότι η δημοκρατία δεν μπορεί να αντιμετωπίζει τον φασισμό ως «μία ακόμη άποψη». Η τοποθέτησή της έρχεται σε μια περίοδο που ο κοινωνικός διάλογος επαναφέρει στο προσκήνιο το ζήτημα των ορίων της ανοχής, αλλά και τον ρόλο των θεσμών στην προάσπιση της ασφάλειας και των δικαιωμάτων.
Καθαρή γραμμή απέναντι στη βία
«Απέναντι στον φασισμό δεν χωρούν ίσες αποστάσεις, συμψηφισμοί και σιωπή. Ο φασισμός δεν είναι μια ακόμη πολιτική άποψη. Είναι η βία που επιχειρεί να καταργήσει το δικαίωμα του άλλου να έχει άποψη. Δεν θα επιτρέψουμε να επιστρέψει ο φόβος στους δρόμους μας», τονίζει η αναπλ. εκπρόσωπος Τύπου της ΕΛΑΣ, Άννα Παπαδοπούλου.
Στον πυρήνα της παρέμβασής της βρίσκεται η διάκριση ανάμεσα στην πολιτική αντιπαράθεση —θεμιτή σε μια δημοκρατία— και στη στοχοποίηση, τον εκφοβισμό και τη βία που, όπως υπογραμμίζει, επιδιώκουν να ακυρώσουν το δικαίωμα του άλλου να εκφράζεται. Με αυτόν τον τρόπο, η εκπρόσωπος της ΕΛΑΣ επιχειρεί να θέσει ένα καθαρό θεσμικό και αξιακό πλαίσιο: η δημοκρατία οφείλει να προστατεύει την ελευθερία του λόγου, όχι όμως να εξισώνει τη βία με τον διάλογο.
Ο ρόλος της ΕΛΑΣ στον δημόσιο χώρο
Η δήλωση της Άννας Παπαδοπούλου αποτυπώνει, παράλληλα, την ευθύνη της Ελληνικής Αστυνομίας στον δημόσιο χώρο: την αποτροπή πράξεων που σπέρνουν τον φόβο, διαταράσσουν την κοινωνική ειρήνη και επιχειρούν να περιορίσουν θεμελιώδη δικαιώματα, όπως την ελεύθερη έκφραση και την ασφαλή παρουσία των πολιτών στους δρόμους. Η αναφορά της ότι «δεν θα επιτρέψουμε να επιστρέψει ο φόβος στους δρόμους μας» προσδίδει επιχειρησιακή και συμβολική διάσταση, καθώς συνδέει την ασφάλεια με την ίδια τη λειτουργία της δημοκρατικής ζωής.
Στον δημόσιο διάλογο, οι τοποθετήσεις θεσμικών εκπροσώπων αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς λειτουργούν ως σήμα προς δύο κατευθύνσεις: προς την κοινωνία ότι οι αρχές αναγνωρίζουν την απειλή της βίας και προς εκείνους που την υιοθετούν ότι δεν μπορεί να υπάρξει ανοχή ή «ουδέτερη στάση» απέναντι σε πρακτικές επιβολής.
Συνέπειες για τη δημοκρατία και την κοινωνική συνοχή
Η παρέμβαση της αναπλ. εκπροσώπου Τύπου της ΕΛΑΣ δεν περιορίζεται σε μια γενική καταδίκη. Αντιθέτως, επιχειρεί να περιγράψει τον μηχανισμό με τον οποίο ο φασισμός —όπως τον ορίζει— μετατρέπεται σε απειλή: όχι ως ιδεολογική διαφωνία, αλλά ως βία που θέλει «να καταργήσει το δικαίωμα του άλλου να έχει άποψη». Σε αυτό το πλαίσιο, η κοινωνική συνοχή δοκιμάζεται όταν ο φόβος εισχωρεί στην καθημερινότητα και όταν η δημόσια σφαίρα παύει να είναι χώρος ισότιμης παρουσίας.
Το μήνυμα, τέλος, συμπυκνώνεται σε μια πολιτειακή προειδοποίηση: «Η Δημοκρατία δεν θα σιωπήσει». Πρόκειται για διατύπωση που ενισχύει την ιδέα ότι η αντιμετώπιση της βίας δεν είναι μόνο ζήτημα αστυνομικής δράσης, αλλά και ζήτημα συλλογικής στάσης, χωρίς «ίσες αποστάσεις» και χωρίς «συμψηφισμούς» όταν τίθεται σε κίνδυνο το ίδιο το δικαίωμα των πολιτών να ζουν και να εκφράζονται χωρίς απειλή.




















